Ποτέ δεν επαρκούμε στις επιθυμίες μας. Η επιθυμία δεν επαρκεί. Απομένει
η κούραση, η παραίτηση, — μια ευτυχισμένη σχεδόν αβουλία,
ο ιδρώτας, η διάσπαση, η ζέστη. Ώσπου φτάνει, επιτέλους, η νύχτα
να σβήσει τα πάντα, να τα σμίξει σ’ ένα στέρεο και άυλο σώμα, δικό σου,
να φυσήξει μια στάλα απ’ το πευκοδάσος ή κάτω απ’ τη θάλασσα,
να βουλιάξουν τα φώτα, να βουλιάξουμε.

……

Την ώρα εκείνη που κατεβαίνουν οι λαγοί στο δρόμο. Αστράφτουν τα μάτια τους
στους προβολείς των τελευταίων αμαξιών. Μεγάλη ησυχία,
επίπεδη, απλωμένη, — δεν μπορείς να τη διπλώσεις·
η μια γωνιά της βρέχεται μες στο ποτάμι,
η δεύτερη ανυψώνεται προς το νοτιά, πέρα, στη θάλασσα,
η τρίτη χάνεται στο απέναντι νησί, στο δάσος,
η τέταρτη μες στο φεγγάρι με τα κίτρινα χόρτα.

(αποσματα Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.)

Previous
Previous

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ARIEL DORFMAN

Next
Next

ΒΕΝΕΤΙΑ ΜΑΝΟΥ ΤΣΙΛΙΜΙΔΗ